δικαιοσύνη


δικαιοσύνη
ἡ δικαιοσύνη справедливость

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "δικαιοσύνη" в других словарях:

  • δικαιοσύνη — η справедливость …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • δικαιοσύνη — righteousness fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιοσύνῃ — δικαιοσύνη righteousness fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιοσύνη — η 1. η ιδιότητα του δίκαιου: Μοίρασε με δικαιοσύνη την περιουσία του στα παιδιά του. 2. η δίκαιη κρίση: Η απονομή δικαιοσύνης γίνεται από τα δικαστήρια. 3. το σύνολο των δικαστηρίων και όλων των σχετικών υπηρεσιών: Η δικαιοσύνη της χώρας είναι… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δικαιοσύνη — Το σύνολο του συστήματος του δικαίου, που περιλαμβάνει τις γενικές αρχές του, τη φιλοσοφικο πολιτική του βάση και τη συνολική διαδικασία εφαρμογής του. Η πρώτη ολοκληρωμένη έκφραση της δ. ως νομικής έννοιας συναντάται στους Ρωμαίους, οι οποίοι… …   Dictionary of Greek

  • δικαιοσύνη — [дикэосини] ουσ. Θ. правосудие, справедливость …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δικαιοσύναι — δικαιοσύνη righteousness fem nom/voc pl δικαιοσύνᾱͅ , δικαιοσύνη righteousness fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιοσύνηι — δικαιοσύνῃ , δικαιοσύνη righteousness fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιοσυνῶν — δικαιοσύνη righteousness fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιοσύναις — δικαιοσύνη righteousness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δικαιοσύνην — δικαιοσύνη righteousness fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)